Στην Καθαρή Ενέργεια οι Αμερικανοί έπρεπε να είναι πιο… Γερμανοί

7 Αυγούστου 2015

640x-1Για όλο το θόρυβο και τις συζητήσεις που έχει προκαλέσει το σχέδιο Καθαρής Ενέργειας του Αμερικανού Προέδρου Barack Obama, θα έλεγε κανείς πως στην πραγματικότητα είναι πολύ άτολμο. Εάν οι ΗΠΑ θέλουν να ωθήσουν τον κόσμο προς μια ευρύτερη αποδοχή των καθαρότερων μορφών ενέργειας, θα πρέπει να εξετάσουν την οδυνηρή, δαπανηρή αλλά τελικά αποτελεσματική εμπειρία της Γερμανίας.

Το σχέδιο των ΗΠΑ περιλαμβάνει ορισμένους εντυπωσιακούς στόχους, συμπεριλαμβανομένης μιας μείωσης 26-28% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2025. Το έτος αναφοράς για τη σύγκριση, όμως, είναι το 2005 όταν οι εκπομπές των ΗΠΑ ήταν κοντά σε ιστορικό υψηλό επίπεδο. Όπως επεσήμανε ο Christopher Schrader στην Sueddeutsche Zeitung, ο στόχος θα έδειχνε το μισό εντυπωσιακός εάν οι ΗΠΑ επέλεγαν το το 1990 ως έτος βάσης –όπως έχει κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας.

Η Γερμανία έχει θέσει πολύ πιο φιλόδοξους στόχους: να περιορίσει τις εκπομπές κατά 40% από τα επίπεδα του 1990 έως το 2020 και να ωθήσει το ποσοστό ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές στο 35% μέχρι το 2020 και στο 80% μέχρι το 2050. Για το σκοπό αυτό, πρόσθεσε ένα τέλος στους λογαριασμούς ρεύματος των νοικοκυριών και των μικρότερων επιχειρήσεων, χρησιμοποιώντας τα επιπλέον χρήματα για να βοηθήσει τους παραγωγούς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές να φτάσουν το μέγεθος παραγωγής που χρειάζεται για να ανταγωνιστούν με τις παραδοσιακές μορφές παραγωγής.

Η χώρα βρίσκεται σε καλό δρόμο για την επίτευξη του στόχου παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Πέρυσι, η αιολική ενέργεια, η ηλιακή, η υδροηλεκτρική και τα εργοστάσια βιοκαυσίμων αντιπροσώπευαν το 30,5% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Δυστυχώς, οι εκπομπές δεν έχουν μειωθεί με τον ίδιο ρυθμό. Περιορίστηκαν κατά μόλις 27% από πέρυσι και έχουν μάλιστα αυξηθεί ορισμένες φορές τα τελευταία χρόνια. Ο λόγος: οι παραδοσιακές εταιρείες κοινής ωφέλειας, που αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν τις προσαυξήσεις της κυβέρνησης, έχουν στραφεί στις εξαγωγές για να επιβιώσουν. Με τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου να κινούνται σε υψηλά επίπεδα στο μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 2000, χρησιμοποιούσαν το φθηνότερο άνθρακα για την παραγωγή της ενέργειας που προοριζόταν για εξαγωγή. Ως αποτέλεσμα, η κατανάλωση των πιο βρώμικων καυσίμων, άνθρακα και λιγνίτη, δεν έχει μειωθεί -στην πραγματικότητα, ο λιγνίτης παραμένει ο κυρίαρχος τύπος καυσίμου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στη Γερμανία.

Ακόμη κι έτσι, το γερμανικό σχέδιο μετάβασης στην ενέργεια, γνωστό και ως «Energiewende» (ενεργειακή πολιτική), δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αποτυχημένο. Η γερμανική άνθιση του άνθρακα είναι πιθανό να υποχωρήσει. Το φυσικό αέριο γίνεται όλο και φθηνότερο, ακολουθώντας την πτώση των τιμών του πετρελαίου. Εν τω μεταξύ, η προσαύξηση στους λογαριασμούς μειώνεται καθώς υποχωρεί το κόστος παραγωγής των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, εν μέρει χάρη στην αποφασιστικότητα της Γερμανίας να δημιουργήσει την αγορά, ακόμη και αν αυτό σήμαινε τη χρεοκοπία ορισμένων ντόπιων κατασκευαστών εξοπλισμού και την άνοδο των Κινέζων ανταγωνιστών. Έτσι, οι εταιρείες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας είναι πιθανό να αρχίσουν να ευνοούν το φυσικό αέριο έναντι του άνθρακα, καθιστώντας πιο εφικτή την επίτευξη των στόχων της Γερμανίας για τις εκπομπές.

Η προθυμία των Γερμανών να υποστούν την επιπλέον χρέωση αποδίδει καρπούς με τη μορφή μιας αναπτυσσόμενης βιομηχανίας εναλλακτικών πηγών ενέργειας και μιας ευρύτερης αλλαγής νοοτροπίας. Η ανανεώσιμη ενέργεια αντιπροσωπεύει το 76% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στο Brandeburg, το γερμανικό κρατίδιο που περιβάλλει το Βερολίνο, και 66% στο Schleswig-Holstein, ένα βόρειο κρατίδιο δίπλα στη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Γερμανίας, το Αμβούργο. Τα δύο τρίτα των Γερμανών λένε ότι θέλουν να παράγουν τη δική τους Καθαρή Ενέργεια και σχεδόν το ήμισυ της δυναμικότητας των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας της χώρας ανήκει σε πολίτες και όχι σε θεσμικούς επενδυτές.

Το σχέδιο του Ομπάμα, αντίθετα, αφορά κυρίως το να τεθεί ανώτατο όριο εκπομπών σε μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με ορυκτά καύσιμα και να καταστεί αδύνατη η κατασκευή νέων εργοστασίων παραγωγής άνθρακα. Οι πολιτείες μπορούν να αποφασίσουν εάν θέλουν να επιτύχουν τους στόχους εκπομπών μέσω του εκσυγχρονισμού των υφιστάμενων σταθμών ηλεκτροπαραγωγής ή μέσω της δημιουργίας μεγαλύτερων βιομηχανιών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Χωρίς τη γερμανικού τύπου αποφασιστική δράση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι ΗΠΑ θα εξακολουθούν να καίνε κυρίως ορυκτά καύσιμα, αν και πιο αποτελεσματικά από ό, τι πριν και με λιγότερη χρήση άνθρακα.

Με δεδομένο το πολιτικό αδιέξοδο στο Κογκρέσο, οι ΗΠΑ είναι απίθανο να επιδιώξουν πιο ριζική αλλαγή. Το μόνο σίγουρο είναι πως με τα ημίμετρα θα συνεχίσουν να υστερούν σε σχέση με τη Γερμανία (και άλλον έναν αποφασισμένο οπαδό της καθαρής ενέργειας, το Ηνωμένο Βασίλειο) ως προς την ανάπτυξη μιας ισχυρής εναλλακτικής ενεργειακής βιομηχανίας. Θα καθυστερήσουν επίσης τη μείωση του κόστους παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας, μια τάση στην οποία η τεράστια αγορά των ΗΠΑ θα μπορούσε να δώσει μεγάλη ορμή. Είναι κρίμα που οι ΗΠΑ, ένας ηγέτης σε πολλούς τομείς της τεχνολογίας των καταναλωτών, επιλέγει να έρχεται δεύτερη σε αυτό. Επιτρέπει στην Ευρώπη να οικοδομήσει ένα μεγάλο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για το μέλλον.

* Ο Leonid Bershidsky είναι αρθρογράφος του Bloomberg View. Έχει έδρα το Βερολίνο και είναι ο συγγραφέας τριών διηγημάτων και δύο βιβλίων.

Πηγή: Capital.gr

Category: Ειδήσεις

Comments are closed.

banner ad