Διεθνής (αλλά όχι και Ελληνική) τάση εγκατάλειψης των ορυκτών καυσίμων

12 Ιουνίου 2015

118785Η σύνοδος του G7, των επτά πιο ανεπτυγμένων βιομηχανικά χωρών του κόσμου (ΗΠΑ, Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία, Ιαπωνία, Καναδάς, Ιταλία), εντός της εβδομάδας, ήταν άλλο ένα ξεκάθαρο μήνυμα ότι η εποχή του άνθρακα στον τομέα της ενέργειας οδεύει προς το τέλος της. Οι ηγέτες των 7 χωρών τάχθηκαν υπέρ της μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 40%-70% έως το 2050 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2010, συμφωνώντας ότι ο πλανήτης πρέπει να γυρίσει οριστικά την πλάτη στα ορυκτά καύσιμα έως το τέλος του αιώνα.

Είχε προηγηθεί στις αρχές Ιουνίου η έκκληση 6 μεγάλων ευρωπαϊκών εταιρειών πετρελαίου και φυσικού αερίου για μία διεθνώς συντονισμένη τιμή για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, με στόχο τον περιορισμό από τις επιπτώσεις της χρήσης ορυκτών καυσίμων στο περιβάλλον. Η έκκληση των μεγάλων 6 της ενέργειας είναι αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης ότι μία ενδεχόμενη παγκόσμια συμφωνία στο Παρίσι για την κλιματική αλλαγή στο τέλος του χρόνου θα αυξήσει μεν τα κόστη τους, ωστόσο θα καθιερώσει πλέον έναν ξεκάθαρο οδικό χάρτη για τις μελλοντικές επενδύσεις τους. Στο πλαίσιο αυτό είναι ήδη εμφανής η στροφή τους προς το σημαντικά φιλικότερο προς το περιβάλλον φυσικό αέριο με το χαρτοφυλάκιο της Total να αφορά σχεδόν κατά το ήμισυ φυσικό αέριο πλέον, έναντι 35% πριν δέκα χρόνια.

Παράλληλα, ένας από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους, η γερμανική εταιρεία ηλεκτρισμού E.ON, μετατοπίζει το επιχειρηματικό της μοντέλο επικεντρωνόμενη κυρίως στις ΑΠΕ και απομακρυνόμενη από το παλιό μοντέλο παραγωγής ενέργειας. Ταυτόχρονα, η Enel, η μεγαλύτερη εταιρεία ηλεκτρισμού στην Ιταλία, δεσμεύτηκε να σταματήσει όλες τις νέες επενδύσεις σε άνθρακα, να αποσύρει μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα και να στοχεύσει στην ανθρακική ουδετερότητα μέχρι το 2050.

Η Ελλάδα βέβαια επιμένει να κινείται σε αντίθετη τροχιά, παρά το πλούσιο δυναμικό της σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, συνεχίζοντας τις επενδύσεις σε ακριβές και ρυπογόνες λιγνιτικές μονάδες της ΔΕΗ και αγνοώντας τόσο τους στόχους της Ε.Ε. για το περιβάλλον, όσο και το οικονομικό κόστος για τη χώρα και τους καταναλωτές, αφού όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι σύντομα οι τιμές εκπομπών αέριων ρύπων θα καταστήσουν τις λιγνιτικές μονάδες αντιοικονομικές. Φθάνει μάλιστα στο σημείο να προτείνει και την επαναλειτουργία λιγνιτικών μονάδων όπως η Πτολεμαϊδα 3, η οποία υπέστη πολύ σοβαρές ζημίες το Νοέμβριο του 2014 λόγω πυρκαγιάς. Πρόκειται για μία από τις πιο παλιές και ακριβές λιγνιτικές μονάδες στην Ελλάδα, και για αυτό το λόγο η ΔΕΗ είχε προγραμματίσει τη μόνιμη απόσυρσή της, σε συμφωνία και με τα νέα όρια εκπομπής ρύπων που θέτει η Οδηγία της Ε.Ε. για τις βιομηχανικές εκπομπές, στο τέλος του 2015.

Ζούμε λοιπόν το πρωτοφανές: η Ελλάδα να επενδύει στον λιγνίτη, την ώρα που η Κίνα, η οποία καταναλώνει περίπου το 50% του άνθρακα παγκοσμίως, να κινείται όλο και πιο ενεργά προς την κατεύθυνση της απανθρακοποίησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Κίνα η κατανάλωση στο πρώτο τετράμηνο του 2015 μειώθηκε κατά 8% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2014, ενώ η μείωση σε επίπεδο εισαγωγών άνθρακα για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο έφθασε το 38%. Παρόμοια τάση διαμορφώνεται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αφού η κατανάλωση άνθρακα μειώθηκε κατά σχεδόν 5%, ενώ μείωση 4% σημειώθηκε στη χρήση άνθρακα για ηλεκτροπαραγωγή κατά την περίοδο 2008-2013, σύμφωνα με το Think Tank, Carbon Tracker.

Στην ίδια κατεύθυνση και οι επενδυτές – και ιδίως οι μακροπρόθεσμοι, όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία (pension funds)- έχουν αρχίσει να απομακρύνονται από εταιρείες που κινδυνεύουν να χάσουν μέρος της αξίας τους, καθώς ο κόσμος κινείται μακριά από τον άνθρακα. Είναι χαρακτηριστικό το πρόσφατο παράδειγμα της Bank of America (BoA) που κατηγοριοποιεί τον άνθρακα μεταξύ των πιο ριψοκίνδυνων επενδύσεων.

Πηγή: energypress

Category: Ειδήσεις

Comments are closed.

banner ad