Σιτάρι

Το σιτάρι είναι το σημαντικότερο σιτηρό και κατάγεται από την περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Η πλειοψηφία των καλλιεργούμενων σιταριών είναι είδη του γένους Triticum, με κυριότερα το εξαπλοειδές, γνωστό ως μαλακό και το τετραπλοειδές, γνωστό ως σκληρό σιτάρι. Το μαλακό σιτάρι χρησιμοποιείται κυρίως στην αρτοποιία και στη ζαχαροπλαστική, ενώ το σκληρό προορίζεται για την βιομηχανία ζυμαρικών και τη διατροφή ζώων. Τα τελευταία χρόνια, στην Ευρώπη το μαλακό σιτάρι συμμετέχει σημαντικά στην παραγωγή βιοαιθανόλης με το ποσοστό του να ανέρχεται στο 32 % της συνολικής παραγωγής για το 2006. Στην Ευρώπη το σιτάρι καλλιεργείται κυρίως στη Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία, Γερμανία, Ισπανία και Ελλάδα. Στη χώρα μας, η καλλιέργεια σιταριού καταλαμβάνει έκταση περίπου 7.000.000 στρ.

wheat

Ο καρπός του σιταριού είναι κατ’ εξοχήν αμυλούχος (περίπου 70 %), με αρκετά υψηλό ποσοστό πρωτεΐνης. Το άμυλο βρίσκεται εξ ολοκλήρου στο ενδοσπέρμιο, τα διαλυτά σάκχαρα στο έμβρυο και οι πολυσακχαρίτες (κυτταρίνες-ημικυτταρίνες) στα περιβλήματα του καρπού. Το σιτάρι είναι φυτό που παρουσιάζει ευρεία προσαρμοστικότητα σε πληθώρα κλιματικών συνθηκών και εδαφικών τύπων. Η καλλιέργεια απαντάται τόσο σε βόρεια όσο και σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα, όπου περιορίζεται σε υψίπεδα με θερμοκρασίες μικρότερες των 30 0C. Ιδανικές συνθήκες για την ανάπτυξη του φυτού απαντώνται σε περιοχές με ψύχος και υγρασία κατά το βλαστικό στάδιο ανάπτυξης και ξηροθερμικό κλίμα κατά το σχηματισμό του καρπού. Σε μεσογειακά κλίματα το σιτάρι σπέρνεται το φθινόπωρο και συγκομίζεται στην αρχή του καλοκαιριού, ενώ σε ηπειρωτικά κλίματα η σπορά πραγματοποιείται την άνοιξη και η συγκομιδή στα μέσα ή τέλη του καλοκαιριού.

Η άριστη θερμοκρασία φυτρώματος είναι περί τους 20 0C, με ελάχιστη τους 4 0C και μέγιστη τους 35 0C, ενώ ιδανική για την ανάπτυξη θερμοκρασία είναι μεταξύ 22-25 0C, με ελάχιστη 4 0C και μέγιστη 32 0C. Το φυτό παρουσιάζει ιδιαίτερη ευαισθησία τόσο στις υψηλές όσο και στις χαμηλές θερμοκρασίες κατά το στάδιο μεταξύ ξεσταχυάσματος και άνθισης. Οι υψηλές θερμοκρασίες όταν συμβαίνουν κατά το βλαστικό στάδιο καθυστερούν την άνθιση ενώ αργότερα επηρεάζουν αρνητικά τη γονιμοποίηση. Ανάλογα με τις απαιτήσεις σε ψύχος για την εαρινοποίηση και το σχηματισμό ταξιανθίας, διακρίνονται ο χειμερινός, ενδιάμεσος και ανοιξιάτικος τύπος σιταριού. Το σιτάρι καλλιεργείται κυρίως σε περιοχές όπου η ετήσια βροχόπτωση κυμαίνεται μεταξύ 375 και 875 χιλ, αλλά μπορεί να αναπτυχθεί σε περιοχές που δέχονται 250-1750 χιλ νερού. Ως φυτό θεωρείται αρκετά ανθεκτικό στην ξηρασία αλλά οι απαιτήσεις σε νερό είναι μεγάλες την περίοδο από το καλάμωμα μέχρι την άνθιση. Το φυτό αναπτύσσεται ικανοποιητικά σε ποικιλία εδαφών αλλά αποδίδει καλύτερα σε γόνιμα αργιλοπηλώδη ή ιλυοπηλώδη εδάφη με καλή στράγγιση. Είναι φυτό μέτρια ανθεκτικό στην αλατότητα και στην οξύτητα του εδάφους.

Περιγραφή – Βιολογικός κύκλος

Το ριζικό σύστημα του σιταριού είναι θυσσανώδες αποτελούμενο από εμβρυακές και μόνιμες ρίζες. Οι εμβρυακές αποτελούνται από την κεντρική ρίζα και δευτερεύουσες λεπτές, ρίζες με πολλές πλευρικές διακλαδώσεις. Οι μόνιμες ρίζες, που είναι παχύτερες και σκληρότερες από τις εμβρυακές, φέρουν άφθονα ριζικά τριχίδια και αρχικά παρουσιάζουν οριζόντια ανάπτυξη ενώ στη συνέχεια στρέφονται προς τα κάτω σε βάθος έως και 2 μ. Το στέλεχος του σιταριού είναι κάλαμος κυλινδρικός, ελαστικός με ύψος που φθάνει 0.6-1.5 μ και διάμετρο 2-8 χιλ, ανάλογα με την ποικιλία και τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Το στέλεχος φέρει κόμβους (γόνατα) και μεσογονάτια διαστήματα που αυξάνουν σε μήκος από την βάση προς την κορυφή. Από οφθαλμούς των κόμβων εκφύονται δευτερογενή στελέχη (αδέρφια) σε αριθμό που εξαρτάται από την ποικιλία και την πυκνότητα φύτευσης. Τα φύλλα είναι λεία με παράλληλες νευρώσεις, εκφύονται από τους κόμβους και φέρουν γλωσσίδιο και ωτίδια στο σημείο ένωσης κολεού και ελάσματος. Η ταξιανθία του σιταριού είναι στάχυς σύνθετος, αποτελούμενος από πολλά σταχύδια τοποθετημένα κατ’ εναλλαγή πάνω στη ράχη. Κάθε σταχύδιο φέρει 2-9 άνθη (2-3 γόνιμα) και περιβάλλεται από τα λέπυρα. Κάθε άνθος προστατεύεται από δύο περιβλήματα, το χιτώνα και τη λεπίδα. Τα άγανα, που είναι βελονοειδείς αποφύσεις του χιτώνα, φέρουν στόματα και χλωροπλάστες και έχουν φωτοσυνθετική ικανότητα. Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται σε θερμά και ξηρά κλίματα έχουν συνήθως άγανα, ενώ σε πιο εύκρατες περιοχές χρησιμοποιούνται ποικιλίες χωρίς άγανα.

Οι σπόροι του σιταριού είναι ωοειδείς με τριχίδια, αποτελούμενοι από το εξωτερικό τμήμα, που περιλαμβάνει το περικάρπιο, το περίβλημα του σπέρματος και το στρώμα της αλευρώνης, το ενδοσπέρμιο και το έμβρυο. Ο καρπός ανάλογα με την σύσταση του ενδοσπερμίου χαρακτηρίζεται ως μαλακός (αλευρώδες ενδοσπέρμιο), σκληρός (κερατοειδές ή υαλώδες ενδοσπέρμιο) και ημίσκληρος (ενδιάμεσης δομής ενδοσπέρμιο).

Ο βιολογικός κύκλος του φυτού χωρίζεται στο βλαστικό και αναπαραγωγικό στάδιο. Η βλαστική φάση περιλαμβάνει το στάδιο της πρώτης ανάπτυξης μέχρι την έναρξη αδελφώματος, το αδέλφωμα και το καλάμωμα. Το αναπαραγωγικό στάδιο περιλαμβάνει την εμφάνιση του στάχυ, την άνθιση, τη γονιμοποίηση και το γέμισμα/ωρίμανση του σπόρου.

Ποικιλίες

Όλες οι καλλιεργούμενες ποικιλίες είναι καθαρές σειρές. Τα κριτήρια επιλογής ποικιλιών για κάθε περιοχή αφορούν κυρίως στην απόδοση και στην ανθεκτικότητα σε εχθρούς, ασθένειες και ζιζάνια. Στο εμπόριο υπάρχει πληθώρα ξένων και ελληνικών ποικιλιών που αποδίδουν ικανοποιητικά στις ελληνικές εδαφοκλιματικές συνθήκες.

Αμειψισπορά

Η συνήθης πρακτική στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια είναι η μονοκαλλιέργεια σιταριού (σταροχώραφα). Σε ξηρικές εκτάσεις και σε περιοχές με υψηλότερη σχετικά βροχόπτωση το σιτάρι θα μπορούσε να ακολουθηθεί από ηλίανθο. Σε αρδευόμενες εκτάσεις μπορεί να εισαχθεί σε συστήματα αμειψισποράς με αραβόσιτο, ηλίανθο, σόργο κ.α. ή να ακολουθηθεί από επίσπορη καλλιέργεια αραβοσίτου, σόργου, σόγιας κλπ. Η πρακτική καλλιέργειας σε αρδευόμενες εκτάσεις σιταριού εφαρμόζεται ήδη σε συγκεκριμένες περιοχές λόγω της υψηλής εμπορικής τιμής του προϊόντος.

Προετοιμασία εδάφους

Εφόσον έχει προηγηθεί φθινοπωρινή καλλιέργεια, αμέσως μετά τις πρώτες βροχές, ακολουθεί όργωμα για το παράχωμα των υπολειμμάτων της προηγούμενης καλλιέργειας και την καταστροφή των ζιζανίων. Στη συνέχεια γίνεται κατεργασία με δισκοσβάρνισμα ή καλλιεργητή ώστε να διατηρηθεί η βολώδης επιφάνεια του εδάφους που προστατεύει τα νεαρά φυτά από το ψύχος και τη δημιουργία κρούστας. Εάν έχει προηγηθεί ανοιξιάτικη καλλιέργεια, μετά τη συγκομιδή πραγματοποιείται τεμαχισμός των υπολειμμάτων και ενσωμάτωσή τους και ακολουθεί σβάρνισμα και σπορά. Στην περίπτωση αγρανάπαυσης συστήνεται η εφαρμογή ζιζανιοκτονίας πριν την εδαφοκαλλιέργεια.

Συγκομιδή

Το σιτάρι συγκομίζεται, με θεριζοαλωνιστικές μηχανές, κατά το στάδιο της φυσιολογικής ωρίμανσης, οπότε η υγρασία του σπόρου κυμαίνεται μεταξύ 25 και 30%. Η συντήρηση των σπόρων σιταριού εξαρτάται τόσο από τα χαρακτηριστικά του συγκομιζόμενου προϊόντος όσο και από τις συνθήκες που επικρατούν στον αποθηκευτικό χώρο. Γενικά, η αποθήκευση θα πρέπει να πραγματοποιείται σε χώρους καθαρούς, με ξηρό και δροσερό περιβάλλον, όπου δεν ευνοείται η ανάπτυξη παθογόνων μικροοργανισμών και εντόμων. Κατά κανόνα για την αποθήκευση του σπόρου που γίνεται σε υγρασία 12 και 14%, χρησιμοποιούνται σιλό με καλό αερισμό και ελεγχόμενες συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας.

harvest-roll

Αποδόσεις – Ενεργειακές δυνατότητες

field_harvest2_opΟι αποδόσεις του μαλακού σιταριού που χρησιμοποιείται για βιοαιθανόλη, στη χώρα μας κυμαίνονται από 210-330 χλγ/στρ ενώ σε αρδευόμενες εκτάσεις μπορούν να φθάσουν ή και να ξεπεράσουν τα 550 χλγ/στρ. Με βάση τις συνήθεις αποδόσεις, η παραγωγή βιοαιθανόλης κυμαίνεται μεταξύ 80 και 130 λίτρα/ στρ με μέση τιμή τα 105 λίτρα. Ταυτόχρονα παράγονται περί τα 90 χλγ υψηλής προστιθέμενης αξίας ζωοτροφή. Το παραγόμενο άχυρο (περίπου 250 χλγ/στρ), εκτός από τη χρήση του ως ζωοτροφή, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως στερεό καύσιμο ή μελλοντικά για βιοαιθανόλη από λιγνοκυτταρίνη. Το ενεργειακό ισοζύγιο της βιοαιθανόλης από σιτάρι κυμαίνεται από 1 έως 2.8 και η μείωση αερίων του θερμοκηπίου είναι περίπου 20 %.

Πηγές : ΚΑΠΕΓ.Π.Α.Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων

banner ad