Ψευδακακία

Η ψευδακακία είναι φυλλοβόλο δέντρο μέτριου μεγέθους, ανήκει στην οικογένεια Fabaceae και κατάγεται από τη Βόρεια Αμερική. Η καλλιέργεια της ψευδακακίας εισήχθη στην Ευρώπη στα μέσα του 17ου αιώνα και εξαπλώθηκε στις εύκρατες χώρες της Ασίας, όπου καλλιεργείται σε μεγάλες εκτάσεις. Οι χρήσεις της καλλιέργειας της ψευδακακίας περιλαμβάνουν κυρίως τη διατροφή ζώων, την ανάπλαση εδαφών, την παραγωγή ξυλείας και την παρασκευή χαρτιού. Επίσης καλλιεργείται ως καλλωπιστικό δένδρο, ενώ τελευταία γίνεται χρήση και των φαρμακευτικών ιδιοτήτων των φύλλων και ανθέων της. Tα τελευταία χρόνια επίσης, το ενδιαφέρον για την καλλιέργεια εστιάζεται στη χρήση της για την παραγωγή στερεών βιοκαυσίμων. Τα χαρακτηριστικά που καθιστούν την ψευδακακία ελκυστική ως βιοενεργειακή πρώτη ύλη, αφορούν κυρίως στον ταχύτατο ρυθμό ανάπτυξης, στην υψηλή πυκνότητα ξύλου και στη χαμηλή περιεκτικότητα σε υγρασία συγκριτικά με άλλα είδη.

Προσαρμοστικότητα

Η ψευδακακία χαρακτηρίζεται από ευρεία προσαρμοστικότητα τόσο σε εδαφικούς όσο και κλιματικούς τύπους. Είναι φυτό που απαντάται τόσο σε εύκρατα όσο και υποτροπικά κλίματα με ευρύ φάσμα τιμών θερμοκρασίας και ετήσιας βροχόπτωσης (600-1900 χιλ). Η ανάπτυξή της ψευδακακίας μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμα και σε πολύ φτωχά και ξηρά εδάφη, αλλά προτιμά βαθιά, χαλαρά, μέτρια νωπά εδάφη. Οι απαιτήσεις της καλλιέργειας αφορούν στον καλό αερισμό, φωτισμό και στην ύπαρξη ικανοποιητικής εδαφικής υγρασίας ενώ προσαρμόζεται σε ευρύ φάσμα τιμών pH που κυμαίνεται μεταξύ 4.6 και 8.2.

Περιγραφή – Βιολογικός κύκλος

Είναι φυτό ψυχανθές, πολυετές με διάρκεια ζωής που ξεπερνά τα 40 χρόνια και χαρακτηρίζεται από ταχύτατη ανάπτυξη του υπέργειου μέρους και εξαιρετική αναβλάστηση μετά την κοπή. Το ριζικό σύστημα της είναι πασσαλώδες που αναπτύσσεται από τα πρώτα χρόνια ζωής του φυτού. Στη συνέχεια εκφύονται πυκνές, ριζικές διακλαδώσεις που μπορεί να εκτείνονται σε πλάτος 10 μ από την κεντρική ρίζα. Το ύψος του φυτού φθάνει τα 20-35 μ και ο κορμός είναι ευθυτενής, διαμέτρου μεγαλύτερου του 1 μ και χαρακτηρίζεται από βαθιές αυλακώσεις. Τα κλαδιά είναι λεία, συνήθως αγκαθωτά και φέρουν μικρού μεγέθους οφθαλμούς. Τα φύλλα είναι σύνθετα με έμμισχα, λεία φυλλάρια. Η ταξιανθία είναι βότρυς, αποτελούμενος από λευκά άνθη και λοβούς λείους που φέρουν από 4 έως 7 σπέρματα.

Σπορά – Φύτευση

Ο πολλαπλασιασμός της ψευδακακίας επιτυγχάνεται με ριζώματα, με μοσχεύματα καθώς και με σπόρο. Ο πολλαπλασιασμός με ριζώματα έχουν μήκος 8-10 εκατ και διάμετρο 2-5 εκατ τον Απρίλιο. Τα μοσχεύματα εμβαπτίζονται σε φυτοορμόνη, τοποθετούνται σε ειδικό εδαφικό υπόστρωμα για την ανάπτυξη του ριζικού συστήματος του φυτού και αναπτύσσονται στο θερμοκήπιο, κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες. Στην περίπτωση πολλαπλασιασμού με σπόρο, τα νεαρά σπορόφυτα αρχικά αναπτύσσονται στο σπορείο και μετά από ένα χρόνο μεταφυτεύονται στην περιοχή εγκατάστασης την άνοιξη ή το φθινόπωρο. Για την καλλιέργεια της ψευδακακίας ως είδος μικρού περίτροπου χρόνου ο πληθυσμός των φυτών είναι 1000-1200 φυτά ανά στρέμμα.

Λίπανση

Η καλλιέργεια της ψευδακακίας δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε λίπανση. Η εφαρμογή φωσφορικής και καλιούχας λίπανσης πραγματοποιείται μόνο σε εδάφη που παρουσιάζουν έλλειψη των συγκεκριμένων στοιχείων. Ως ψυχανθές, οπότε δεσμεύει και αξιοποιεί αποτελεσματικά το διαθέσιμο άζωτο, η λίπανση με άζωτο δε συνιστάται.

Άρδευση

Η ψευδακακία, λόγω του πλούσιου ριζικού της συστήματος, αξιοποιεί αποτελεσματικά τη διαθέσιμη εδαφική υγρασία. Η καλλιέργεια είναι συνήθως ξηρική, ενώ άρδευση εφαρμόζεται μόνο σε συνθήκες παρατεταμένης ξηρασίας.

Συγκομιδή

Η ψευδακακία συγκομίζεται κάθε δύο ή τρία χρόνια. Η συγκομιδή ανάλογα με την περιοχή καλλιέργειας γίνεται από το Νοέμβριο μέχρι το Μάρτιο.

Αποδόσεις – Ενεργειακές δυνατότητες

Η απόδοση σε ξηρό βάρος κυμαίνεται μεταξύ 0.5 και 1.8 τον/στρ/έτος. Το θερμικό περιεχόμενο του ξύλου της ψευδακακίας είναι 17.8 MJ/χλγ και η ετήσια ενεργειακή απόδοση της καλλιέργειας δύναται να κυμανθεί από 15 έως 23 GJ/στρ. Όπως σε όλα τα στερεά βιοκαύσιμα το ενεργειακό ισοζύγιο είναι μεγαλύτερο του 10 και το ποσοστό μείωσης αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με ορυκτά καύσιμα είναι μεγαλύτερο του 80 %.

banner ad