Σημασία στο περιβάλλον

Ως προϊόν ανανεώσιμων πηγών ενέργειας το βιοντίζελ είναι καθαρό, μη τοξικό και βιοαποικοδομήσιμο καύσιμο, δεν περιέχει αρωματικές ενώσεις και οι εκπομπές των ρυπαντών οξειδίων του θείου, μονοξειδίου του άνθρακα, άκαυστων υδρογονανθράκων και αιθάλης που προέρχονται από την καύση του στις μηχανές ντίζελ είναι πολύ χαμηλές. Η παρουσία του θείου στα ορυκτά καύσιμα ευθύνεται για τα οξείδια του θείου (SOx) στα καυσαέρια τα οποία αποτελούν έναν από τους κυριότερους ρύπους του ντίζελ. Στο βιοντίζελ η περιεκτικότητα σε θείο είναι σχεδόν μηδενική. Επίσης, το βιοντίζελ περιέχει σημαντικά ποσοστά οξυγόνου (περίπου 10 % κ.β.) που καθιστά την καύση του λιγότερο ατελή, με αποτέλεσμα η περιεκτικότητα των καυσαερίων σε μονοξείδιο του άνθρακα (CO), σε άκαυστους υδρογονάνθρακες (H/C) και σε αιθάλη (C) να είναι πολύ μικρότερη από ότι στο συμβατικό ντίζελ. Επιπλέον, η καύση του βιοντίζελ δεν αυξάνει το επίπεδο του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα (το οποίο είναι υπεύθυνο για το φαινόμενο του θερμοκηπίου), αφού η ποσότητα του CO2 που απελευθερώνεται κατά την καύση του αφομοιώνεται στη συνέχεια από το φυτό κατά τη φωτοσύνθεση. Ο Πίνακας 1 συνοψίζει το τυπικό προφίλ εκπομπών από την καύση του καθαρού βιοντίζελ (Β100), αλλά και ενός από τα πλέον συνηθισμένα μίγματά του με συμβατικό ντίζελ το οποίο αποτελείται από 20% βιοντίζελ και 80% ντίζελ (Β20), χρησιμοποιώντας ως αναφορά τις εκπομπές από την καύση του πετρελαϊκού ντίζελ.

Πίνακας 1. Εκπομπές Β100 και μίγμα Β20 σε σύγκριση με το συμβατικό ντίζελ

Εκπομπή

Β100

Β20

Μονοξείδιο του άνθρακα

-48%

-12%

Άκαυστοι υδρογονάνθρακες

-67%

-20%

Σωματίδια

-47%

-12%

Οξείδια του αζώτου

+10%

+2%

Οξείδια του Θείου

-100%

-20%

Τοξικά αέρια

-60% έως -90%

-12% έως -20%

Πλεονεκτήματα – μειονεκτήματα βιοντίζελ

Ορισμένα από τα πλεονεκτήματα που χαρακτηρίζουν το βιοντίζελ, είναι τα ακόλουθα:

  • Το διοξείδιο του άνθρακα  (CO2) που παράγεται από τη καύση του βιοντίζελ είναι τόσο όσο έχουν απορροφήσει προηγουμένως από την ατμόσφαιρα τα φυτά που χρησιμοποιούνται για τη παραγωγή του. Επομένως το βιοντίζελ όπως και λοιπά βιοκαύσιμα δεν επιφέρει αύξηση των συγκεντρώσεων του CO2 στην ατμόσφαιρα, άρα και διεύρυνση του φαινομένου του θερμοκηπίου.
  • Είναι βιοαποικοδομήσιμο. Σε περίπτωση διαρροής του δε μολύνει το έδαφος, το υπέδαφος και τον υδροφόρο ορίζοντα.
  • Περιέχει μικρές ποσότητες θείου (max. 10 mg / kg). Οπότε, κατά την καύση του, δεν παράγεται διοξείδιο του θείου, SO2, (αέριο υπεύθυνο για την όξινη βροχή).
  • Λόγω καλύτερης καύσης, τα καυσαέριά του περιέχουν λιγότερο αιθάλη και αιωρούμενα σωματίδια..
  • Έχει αυξημένη λιπαντική ικανότητα με αποτέλεσμα να συμβάλει στη καλύτερη λίπανση του κινητήρα, πρόβλημα ιδιαίτερα έντονο τελευταία, λόγω της μείωσης του θείου στο πετρελαϊκό ντίζελ.
  • Έχει ¨απορρυπαντικές¨ ιδιότητες καθώς μειώνει τα κατάλοιπα της καύσης, τις επικαθίσεις δηλαδή στον κινητήρα.
  • Συμβάλει στη μείωση της εξάρτησης μίας χώρας από εισαγόμενα καύσιμα και στη βελτίωση του εμπορικού ισοζυγίου.
  • Συμβάλει στην τόνωση και ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας μέσω των ενεργειακών καλλιεργειών.
  • Με σύγχρονες μεθόδους μπορεί να μετατραπούν σε βιοντίζελ απόβλητα έλαια και λίπη (π.χ. τηγανέλαια, χαμηλής ποιότητας ζωικά λίπη, λίπη από λιποσυλλέκτες) τα οποία έως σήμερα κατέληγαν και μόλυναν τον υδροφόρο ορίζοντα

Τα μειονεκτήματα του βιοντίζελ έχουν να κάνουν κυρίως με οικονομικές παραμέτρους, όπως:

  • Το υψηλό κόστος τελικού βιοκαυσίμου (βιοντίζελ) σε σχέση με το αρκετά φθηνότερο ντίζελ. Σε αυτό συμβάλει το υψηλό κόστος της πρώτης ύλης (ελαίων και λιπών).
  • Σε ορισμένες περιπτώσεις αλόγιστες εισαγωγές βρώσιμων ελαίων από τρίτες χώρες, για την παραγωγή βιοκαυσίμου, καθώς επίσης και καταστροφή οικοσυστημάτων για την καλλιέργεια φτηνών τροπικών ελαιούχων φυτών όπως π.χ. φοινικέλαιο.
  • Παραγωγή γλυκερίνης ως παραπροϊόν.
  • Κατανάλωση μεθανόλης για την παραγωγή του.

Για την  αντιμετώπιση των τριών πρώτων προβλημάτων απαιτείται η στόχευση της βιομηχανίας αλλά και της κοινωνίας σε διεργασίας παραγωγής φτηνότερου βιοντίζελ, διεργασίες αξιοποίησης απόβλητων ελαίων και λιπών ως πρώτες ύλες και διεργασίες συνεκμετάλλευσης των παραπροϊόντων όπως η γλυκερίνη.

Στέργιος Α. Πασιάς

Δρ. Χημικός Μηχανικός ΕΜΠ

banner ad